Η κυβερνητική αντίδραση ήταν να κάνει λόγο για μια «υβριδική επίθεση» που αξιοποίησε «εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης» -. Ωστόσο, οι ίδιοι οι δράστες υποστήριξαν δημόσια ότι δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο από ένα απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω Gmail, στο οποίο το γραφείο του συμβούλου ανταποκρίθηκε κανονικά
Η υπόθεση της εξαπάτησης του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, από τους Ρώσους φαρσέρ Vovan και Lexus δεν αποτελεί πρωτίστως μια ιστορία περί «υβριδικού πολέμου».
Αποτελεί μια υπόθεση που αναδεικνύει σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς ασφαλείας της κυβέρνησης, αλλά και μια εμφανή προσπάθεια μεταφοράς των ευθυνών από ανθρώπινα λάθη σε αόριστες αναφορές περί «τεχνητής νοημοσύνης» και «υβριδικών επιθέσεων».
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, οι δύο Ρώσοι παρουσιάστηκαν ως συνεργάτες της ουκρανικής κυβέρνησης και κατάφεραν να συνομιλήσουν με τον σύμβουλο του πρωθυπουργού για ζητήματα που αφορούσαν την εθνική ασφάλεια, τις ελληνοουκρανικές σχέσεις, τον τουρισμό και τις πολιτικές επιπτώσεις ενός πιθανού επεισοδίου με drones κοντά στα ελληνικά νησιά.
Η κυβερνητική αντίδραση ήταν να κάνει λόγο για μια «υβριδική επίθεση» που αξιοποίησε «εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης».
Ωστόσο, οι ίδιοι οι δράστες υποστήριξαν δημόσια ότι δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο από ένα απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω Gmail, στο οποίο το γραφείο του συμβούλου ανταποκρίθηκε κανονικά.
Αν αυτό ισχύει, τότε η επίκληση περί εξελιγμένης τεχνολογίας καταρρέει και απομένει μόνο η πραγματική εικόνα: η αποτυχία εφαρμογής στοιχειωδών διαδικασιών ταυτοποίησης.
Ακόμη και αν, όπως διαβεβαιώνει η κυβέρνηση, δεν αποκαλύφθηκαν απόρρητες πληροφορίες, το πρόβλημα παραμένει σοβαρό.
Ένας από τους κορυφαίους αξιωματούχους που χειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας φέρεται να συζήτησε ευαίσθητες πολιτικές εκτιμήσεις, τις πιθανές επιπτώσεις ενός επεισοδίου στην τουριστική περίοδο, ακόμη και αναφορές σε υπηρεσιακές επαφές της ελληνικής πλευράς με την Ουκρανία, χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής επιβεβαίωση της ταυτότητας των συνομιλητών του.
Διαχείριση των εντυπώσεων
Το περιστατικό αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα της τρέχουσας διακυβέρνησης.
Αντί να αναγνωριστεί ότι υπήρξε επιχειρησιακή αστοχία και να ανακοινωθεί η αναθεώρηση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας για κυβερνητικά στελέχη υψηλής ευθύνης, επιλέχθηκε μια επικοινωνιακή διαχείριση που επιχειρεί να παρουσιάσει το περιστατικό ως αποτέλεσμα μιας αόρατης και πανίσχυρης τεχνολογικής απειλής. Πρόκειται για μια προσέγγιση που περισσότερο αποσκοπεί στη διαχείριση των πολιτικών εντυπώσεων παρά στην αντιμετώπιση των πραγματικών αδυναμιών.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή αφορά τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωπολιτική περιοχή, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη δημιουργήσει νέους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μηχανισμοί ασφαλείας δεν μπορούν να βασίζονται στην καλή πίστη των συνομιλητών αλλά σε αυστηρές διαδικασίες επαλήθευσης.
Παράλληλα, η υπόθεση αναζωπύρωσε την πολιτική αντιπαράθεση, με την αντιπολίτευση να ζητά εξηγήσεις για το ποια πρωτόκολλα παραβιάστηκαν, πώς κατέστη δυνατή η επικοινωνία και αν έχουν υπάρξει αντίστοιχες απόπειρες προσέγγισης και άλλων κυβερνητικών στελεχών.
Το σημαντικότερο όμως ερώτημα δεν είναι αν οι συγκεκριμένοι φαρσέρ εξαπάτησαν έναν κυβερνητικό αξιωματούχο.
Διαφάνεια και λογοδοσία
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί οι μηχανισμοί του κράτους επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο και γιατί, αντί για ανάληψη ευθύνης και ουσιαστική αυτοκριτική, προτιμήθηκε η επίκληση ενός αόριστου αφηγήματος περί «υβριδικής επίθεσης».
Η ασφάλεια ενός κράτους δεν ενισχύεται με επικοινωνιακές εξηγήσεις ούτε με τη μεταφορά των ευθυνών στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ενισχύεται με διαφάνεια, λογοδοσία, αυστηρά πρωτόκολλα και συνεχή εκπαίδευση των ανθρώπων που διαχειρίζονται κρίσιμες πληροφορίες.
Όσο αυτά δεν αντιμετωπίζονται με ειλικρίνεια, τόσο παρόμοια περιστατικά θα συνεχίσουν να εκθέτουν την κυβέρνηση και να υπονομεύουν την αξιοπιστία των θεσμών και την εθνική ασφάλεια.
www.bankingnews.gr
Αποτελεί μια υπόθεση που αναδεικνύει σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς ασφαλείας της κυβέρνησης, αλλά και μια εμφανή προσπάθεια μεταφοράς των ευθυνών από ανθρώπινα λάθη σε αόριστες αναφορές περί «τεχνητής νοημοσύνης» και «υβριδικών επιθέσεων».
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, οι δύο Ρώσοι παρουσιάστηκαν ως συνεργάτες της ουκρανικής κυβέρνησης και κατάφεραν να συνομιλήσουν με τον σύμβουλο του πρωθυπουργού για ζητήματα που αφορούσαν την εθνική ασφάλεια, τις ελληνοουκρανικές σχέσεις, τον τουρισμό και τις πολιτικές επιπτώσεις ενός πιθανού επεισοδίου με drones κοντά στα ελληνικά νησιά.
Η κυβερνητική αντίδραση ήταν να κάνει λόγο για μια «υβριδική επίθεση» που αξιοποίησε «εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης».
Ωστόσο, οι ίδιοι οι δράστες υποστήριξαν δημόσια ότι δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο από ένα απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω Gmail, στο οποίο το γραφείο του συμβούλου ανταποκρίθηκε κανονικά.
Αν αυτό ισχύει, τότε η επίκληση περί εξελιγμένης τεχνολογίας καταρρέει και απομένει μόνο η πραγματική εικόνα: η αποτυχία εφαρμογής στοιχειωδών διαδικασιών ταυτοποίησης.
Ακόμη και αν, όπως διαβεβαιώνει η κυβέρνηση, δεν αποκαλύφθηκαν απόρρητες πληροφορίες, το πρόβλημα παραμένει σοβαρό.
Ένας από τους κορυφαίους αξιωματούχους που χειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας φέρεται να συζήτησε ευαίσθητες πολιτικές εκτιμήσεις, τις πιθανές επιπτώσεις ενός επεισοδίου στην τουριστική περίοδο, ακόμη και αναφορές σε υπηρεσιακές επαφές της ελληνικής πλευράς με την Ουκρανία, χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής επιβεβαίωση της ταυτότητας των συνομιλητών του.
Διαχείριση των εντυπώσεων
Το περιστατικό αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα της τρέχουσας διακυβέρνησης.
Αντί να αναγνωριστεί ότι υπήρξε επιχειρησιακή αστοχία και να ανακοινωθεί η αναθεώρηση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας για κυβερνητικά στελέχη υψηλής ευθύνης, επιλέχθηκε μια επικοινωνιακή διαχείριση που επιχειρεί να παρουσιάσει το περιστατικό ως αποτέλεσμα μιας αόρατης και πανίσχυρης τεχνολογικής απειλής. Πρόκειται για μια προσέγγιση που περισσότερο αποσκοπεί στη διαχείριση των πολιτικών εντυπώσεων παρά στην αντιμετώπιση των πραγματικών αδυναμιών.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή αφορά τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωπολιτική περιοχή, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη δημιουργήσει νέους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μηχανισμοί ασφαλείας δεν μπορούν να βασίζονται στην καλή πίστη των συνομιλητών αλλά σε αυστηρές διαδικασίες επαλήθευσης.
Παράλληλα, η υπόθεση αναζωπύρωσε την πολιτική αντιπαράθεση, με την αντιπολίτευση να ζητά εξηγήσεις για το ποια πρωτόκολλα παραβιάστηκαν, πώς κατέστη δυνατή η επικοινωνία και αν έχουν υπάρξει αντίστοιχες απόπειρες προσέγγισης και άλλων κυβερνητικών στελεχών.
Το σημαντικότερο όμως ερώτημα δεν είναι αν οι συγκεκριμένοι φαρσέρ εξαπάτησαν έναν κυβερνητικό αξιωματούχο.
Διαφάνεια και λογοδοσία
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί οι μηχανισμοί του κράτους επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο και γιατί, αντί για ανάληψη ευθύνης και ουσιαστική αυτοκριτική, προτιμήθηκε η επίκληση ενός αόριστου αφηγήματος περί «υβριδικής επίθεσης».
Η ασφάλεια ενός κράτους δεν ενισχύεται με επικοινωνιακές εξηγήσεις ούτε με τη μεταφορά των ευθυνών στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ενισχύεται με διαφάνεια, λογοδοσία, αυστηρά πρωτόκολλα και συνεχή εκπαίδευση των ανθρώπων που διαχειρίζονται κρίσιμες πληροφορίες.
Όσο αυτά δεν αντιμετωπίζονται με ειλικρίνεια, τόσο παρόμοια περιστατικά θα συνεχίσουν να εκθέτουν την κυβέρνηση και να υπονομεύουν την αξιοπιστία των θεσμών και την εθνική ασφάλεια.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών